Γέροντας Παίσιος – Να αναπαύουµε τους ανθρώπους πνευµατικά

Παλιά στους δέκα οι έξι ήταν θεοφοβούµενοι, οι δύο µέτριοι και οι δύο

αδιάφοροι, άλλα και αυτοί είχαν µέσα τους πίστη.

Σήµερα δεν είναι έτσι.

∆εν ξέρω πού θα πάει αυτή ή κατάσταση.

Να προσπαθήσουµε τώρα, όσο µπορούµε,

Να βοηθήσουµε πνευµατικά τους ανθρώπους· όπως έγινε τότε µε τον

κατακλυσµό, µε την κιβωτό τού Νώε, έτσι και τώρα Να γλυτώσουν µερικοί, Να

µή σακατευθούν πνευµατικά. Θέλει πολλή προσοχή, πολλή διάκριση, Να δει

κανείς τα πράγµατα από πολλές πλευρές και Να ανάπαυση τους ανθρώπους.

Μήπως έµενα µε αναπαύει Να µαζεύωνται οι άνθρωποι ή ήθελα Να βλέπω

τόσο κόσµο; Όχι, αλλά σ’ αυτήν την κατάσταση πού βρισκόµαστε, θέλουν λίγη

βοήθεια οι καηµένοι οι άνθρωποι. Εγώ δεν έγινα παπάς, για να µην έχω να

κάνω µε κόσµο, και τελικά περισσότερο ασχολούµαι µε τον κόσµο. Αλλά ό

Θεός ξέρει την διάθεση µου και µου δίνει περισσότερα από όσα θα µου έδινε αν

έκανα αυτό πού µε ανέπαυε. Πόσες φορές παρακαλώ την Παναγία Να µου

οικονοµήσει έναν τόπο µακρινό, ήσυχο, Να µή βλέπω, Να µην ακούω τίποτε,

Να κάνω προσευχή για όλον τον κόσµο, άλλα δεν µ’ ακούει- σε άλλα τιποτένια

µ’ ακούει. Βλέπω ότι τώρα ό Θεός, όταν πρόκειται Να έχω κόσµο, µε βιδώνει

στο κρεββάτι µε κάποια αρρώστια, για Να ξεκουρασθώ. ∆εν µού δίνει την

γλυκύτητα πού ένιωθα παλιότερα στην προσευχή, γιατί δεν θα µπορούσα Να

αποχωρισθώ από αυτήν. Τότε, όταν ερχόταν κανείς στο Καλύβι, ζοριζόµουν Να

βγώ από εκείνη την κατάσταση την πνευµατική.

Εκεί στο Καλύβι γίνοµαι πρόγραµµα των ανθρώπων. ∆ιαβάζω µέσα

Ψαλτήρι, άπ’ έξω χτυπούν. Τους λέω «περιµένετε ένα τέταρτο» και αυτοί

φωνάζουν: «Έ, Πάτερ, σταµάτα την προσευχή· ό Θεός δεν παρεξηγείται».

Κατάλαβες; Μέχρις εκεί φθάνουν! ∆εν είναι µόνον πού θα σταµατήσω, αλλά αν

βγω, µετά πάει, τέλειωσε. Ό,τι κάνω µέχρι τότε. Το πρωί, στις έξήµισι-επτά ή

ώρα πρέπει να έχω τελειώσει και τον Εσπερινό, για να είµαι σίγουρος. «Φως…

πρωϊνόν αγίας δόξης» Την ώρα πού τελειώνετε εσείς τον Όρθρο, εγώ έχω

τελειώσει και τα κοµποσχοίνια του Εσπερινού. Αν προλάβω να πάρω αντίδωρο

το πρωί, καλά- µετά ούτε τσάι- γίνοµαι πτώµα, πέφτω κάτω. Ακόµη και το

Πάσχα, την ∆ιακαινήσιµο, είχα κάνει ένατες, τριήµερα8. Μπορείς δεν µπορείς,

πρέπει να µπορείς. Μία µέρα, δεν ξέρω τι εµπόδια είχε ό κόσµος -ίσως είχε

φουρτούνα ή θάλασσα και δεν είχε καράβι -και δεν ήρθε κανείς στο Καλύβι.

Πά, πά, έζησα µία σιναϊτική µέρα, όπως τότε στην σπηλιά της Αγίας Επι-

στήµης!9 Όταν ή θάλασσα έχει φουρτούνα, εγώ έχω µπουνάτσα· όταν έχει

µπουνάτσα, τότε έχω φουρτούνα.

 

Έχω βέβαια την δυνατότητα να πάω κάπου να ησυχάσω. Ξέρετε πόσοι

µού έχουν πει να µού κάνουν τα έξοδα, για να πάω στην Καλιφόρνια, στον

Καναδά; «Έχουµε Ησυχαστήριο, λένε, να ‘ρθής». Αν βρεθώ σε άγνωστο τόπο,

θα είναι σαν να βρίσκωµαι στον Παράδεισο. ∆εν θα µε ξέρει κανείς, θα έχω το

πρόγραµµα µου, θα ζήσω καλογερικά, όπως θέλω. Βλέπεις όµως, όταν τελειώνει

ό πόλεµος, τότε απολύεται κανείς. Τώρα έχουµε πόλεµο, πνευµατικό πόλεµο.

Πρέπει να είµαι στην πρώτη γραµµή. Τι µαρξιστές υπάρχουν, τι µασόνοι, τι

σατανιστές και τόσοι άλλοι! Πόσοι δαιµονισµένοι, πόσοι αναρχικοί, πόσοι

πλανεµένοι έρχονται, για να τους επισφραγίσω την πλάνη τους! Και πόσους

µού τους στέλνουν, χωρίς να τους προβληµατίσουν, άλλοι για να τους

ξεφορτωθούν, άλλοι για να µη βγάλουν αυτοί το φίδι από την τρύπα… Να ξέρατε

πόσο στριµώχνοµαι και από πόσες µεριές! Πίκρα το στόµα µου από τον πόνο των

ανθρώπων. Μέσα µου όµως νιώθω παρηγοριά. Αν φύγω, το θεωρώ σαν να

φεύγω από την πρώτη γραµµή, σαν να οπισθοχωρώ. Το θεωρώ προδοσία. Έτσι

το νιώθω. Μήπως ξεκίνησα για τέτοια πράγµατα ή ξεκίνησα για να βοηθάω

µοναστήρια; Για άλλου ξεκίνησα και άλλου βρέθηκα, και τώρα πώς παλεύω! Και

βλέπεις, ό άλλος δεν µιλάει. ∆εν πάει να διαλύσουν την Εκκλησία; «∆εν

πειράζει!», λέει. Πηγαίνει και µε τον έναν και µε τον άλλον, αρκεί να βολευτεί. Τι

να βολευτεί! Αυτόν τον βολεύει ό διάβολος τελικά. Αυτά είναι άτιµα πράγµατα. Αν

ήθελα εγώ να κάνω αυτό πού µε ευχαριστεί, ου, ξέρετε πόσο εύκολο ήταν;

Σκοπός όµως είναι να κάνω όχι αυτό πού βολεύει εµένα, άλλα αυτό πού βολεύει

τον άλλον. Αν σκεφτόµουν πώς να βολευτώ εγώ, έχω την δυνατότητα να

βολευτώ σε πολλές µεριές. Για να πέρασης όµως στην βουλή τού Θεού, πρέπει

να γίνεις «βουλευτής» τού Θεού, όχι «βολευτής» τού εαυτού σου.