– Γέροντα, έχω ζήλεια, μνησικακία, κατακρίνω, θυμώνω….
– Η ζήλεια, η κατάκριση, ο θυμός, η μνησικακία κ.λ.π…όλα από την υπερηφάνεια ξεκινούν. Η υπερηφάνεια είναι το Γενικό επιτελείο όλων των παθών. Αν λοιπόν χτυπήσης την υπερηφάνεια, χτυπάς όλα τα πάθη και έρχεται μέσα σου η ταπείνωση και η αγάπη. Γι΄ αυτό νομίζω, αρκετό είναι να ασχοληθής ή μάλλον να ανοίξης μέτωπο μάχης με την υπερηφάνεια. Να στρέψης όλα τα πυρά προς το κάστρο της υπερηφάνειας, το οποίο μας χωρίζει απο τον Θεό. Βλέπεις, όταν ο εχθρός πολεμάη ένα κράτος, τις περισσότερες δυνάμεις θα τις στείλη να χτυπήσουν την πρωτεύουσα. Μία βόμβα αν ρίξη στην πρωτεύουσα και την καταστρέψη, πάει μετά, κατέστρεψε όλο το κράτος. Continue reading

Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε τέλειοι καὶ ἅγιοι. Νὰ ἀναδειχθοῦμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἂς προσέξουμε μήπως, γιὰ χάρη τῆς παρούσας ζωῆς, στερηθοῦμε τὴ μέλλουσα, μήπως, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς φροντίδες καὶ μέριμνες, ἀμελήσουμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας.
Ο σατανάς, επεσήμαινε ο Γέροντας Πορφύριος, απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Πρέπει να τον περιφρονούμε. Οι λογισμοί αντιμετωπίζονται με την περιφρόνηση και με τη, όσο γίνεται ταχύτερα, στροφή στον Χριστό. Δίδασκε ο άριστος πνευματικός μαχητής: «Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει το διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να την υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει.
Πολλά δώρα χαροποιούν καθημερινά τους ανθρώπους και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ένα όμως δώρο, που μας δόθηκε εξ ύψους, κυριολεκτικά χαροποίησε και χαροποιεί ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και αυτό είναι η κάθοδος εκ των Ουρανών του Αγίου Πνεύματος, η έλευση της χάριτος του Παρακλήτου, του τρίτου δηλαδή προσώπου της Αγίας Τριάδος, κατά την Πεντηκοστή (Πράξ. 2, 1-41).
Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.