Το πάθος της φιλαργυρίας

xrimaΤη Μεγάλη Πέμπτη, ακούμε στους Ναούς: “Σήμερα ο Ιούδας εγκαταλείπει τον Διδάσκαλο και λαμβάνει ως φίλο και οδηγό του το διάβολο. Τυφλώνεται από το πάθος της φιλαργυρίας και χάνει ο σκοτεινός αυτός άνθρωπος το Φως (το Χριστό)…”. Ο Ιούδας λάτρευε τα χρήματα, άλλωστε αυτός κρατούσε το “γλωσσόκομον”, το κοινό ταμείο των μαθητών. Ένα πάθος που τον οδηγεί σε σκοτείνιασμα του μυαλού του. Σε ώρα σκότους γίνεται η σύλληψη του Χριστού και … προσφέρεται το προδοτικό φίλημα. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Αντί να ακολουθήσει την οδό της μετανοίας ακολουθεί το δρόμο της απελπισίας και της αυτοκτονίας. Προσκολλάται στον ένα από τους δύο κυρίους (Θεόν ή Μαμμωνάν, όπως έλεγε ο Κύριος). Όμως δεν μπορείς να δουλεύεις σε δύο κυρίους. Έτσι εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι “Η φτώχεια στερείται από πολλά, η δε φιλαργυρία από όλα” (Ισαάκ Σύρος). Τα ίδια λέει και ο Απ. Παύλος: “Η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία και πολλοί κυριεύθηκαν από αυτή και παραπλανήθηκαν από την πίστη τους και προκάλεσαν στον εαυτό τους πολλές οδύνες” (Α΄Τιμ. Στ΄6,7,10). Πολλοί έχοντες το πάθος της φιλαργυρίας αυτοαποκαλούνται “οικονόμοι”. Γι’ αυτούς έγραψε ο Ισάκ ο Σύρος: “Ο δειλός αποκαλεί τον εαυτό του προσεκτικό, όπως ο φιλάργυρος ονομάζει τον εαυτό του οικονόμο”. Ας ακούσουμε όμως τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά (ΕΠΕ 11, 578-580) που εντάσσει στους φιλάργυρους και τους φτωχούς που επιθυμούν χρήματα: “Η φιλαργυρία είναι αιτία όλων των κακών, αισχροκέρδειας, απληστίας, αστοργίας, απιστίας, μισανθρωπίας, αρπαγής αγαθών του άλλου, αδικίας, πλεονεξίας, τοκογλυφίας, δόλου, ψεύδους, (…) και όλων των παρομοίων (…) Μη πείτε: “οι περισσότεροι από μας είμαστε πτωχοί και συ μιλάς για φιλαργυρία (…)” Γιατί η επιθυμία χρημάτων, που έχουμε μέσα μας, βεβαιώνει ότι υπάρχει στην ψυχή μας η αρρώστια της φιλαργυρίας και χρειαζόμαστε γι’ αυτήν θεραπεία.” Ιδιαιτέρως εύστοχος είναι ο ορισμός που δίνει ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής στη φιλαργυρία.
Είναι, λέει, το πάθος εκείνου “που λαμβάνει με χαρά και δίνει με λύπη”! Σ’ αυτή τη φράση εμπεριέχεται η “εργαλειοποίηση” του άλλου. Το ίδιο λέει και ο Μ. Βασίλειος όταν, για να περιγράψει τους πλεονέκτες, επιστρατεύει μιαν εικόνα που παραπέμπει σε άπατο πηγαδι: όπως κάνουν τα ψάρια, έτσι και ο πλεονέκτης-φιλάργυρος καταπίνει στο απύθμενο στομάχι του τους αδύναμους. Είναι αδύνατο ο πλεονέκτης να μη στραφεί κατά του συνανθρώπου του. Γι’ αυτό ο έμπειρος ασκητής, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, συνιστά: “Καλύτερα να κάτσεις παρέα με γύπες, παρά με πλεονέκτη και άπληστο.” Ανιλαμβανόμαστε ότι οι Πατέρες τη φιλαργυρία δεν την θεωρούν απλό ηθικό ολίσθημα, αλλά “θρησκεία” και βασικό προσανατολισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Στα λόγια του Χριστού ότι «όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. στ΄21) μοιάζει να συμφωνεί ο Eριχ Φρομ υποστηρίζοντας ότι “θρησκεία συνιστά η ολόψυχη αφιέρωση σε κάτι, το οποίο και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζωή”. Κι αυτό το “κάτι” στον φιλάργυρο είναι το χρήμα. Στη χριστιανική οπτική η δίψα για πλούτο στρέφεται σ’ αυτήν τον ίδιο τον υπαρξιακό προσανατολισμό του, υποτάσσοντας σ’ αυτήν όλα, πράγματα ή πρόσωπα. Eτσι, το χρήμα αναδεικνύεται σε αληθινό θεό, ώστε ο Χριστός αυτό έφερε ως κορυφαίο παράδειγμα επιλογής ασύμβατης προς τον Ίδιο. ΄Η με τον Θεό, είπε, ή με τον Mαμωνά. Η λατρεία του χρήματος σημαίνει μετάλλαξη του ανθρώπου σε απόλυτη ατομικότητα, σε άπατο πηγάδι που καταπίνει τα πάντα δίχως τελειωμό. Κι επειδή αυτό το αμάρτημα είναι ακόρεστο, οι Πατέρες το χαρακτηρίζουν ως μονιμότερο πάντων. Τα άλλα αμαρτήματα, λέει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, είναι «ολιγόχρονα». Ο εραστής του χρήματος, αλλά και ο πλεονέκτης συμπληρώνει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, υποκύπτει στον διάβολο περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Eτσι, λοιπόν, είναι εύστοχος ο ορισμός που δίνει ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής στη φιλαργυρία. Είναι, λέει, “το πάθος εκείνου που λαμβάνει με χαρά και δίνει με λύπη”! Σ’ αυτό καθαυτό, δηλαδή, το γεγονός του (ατομικού) πάθους εμπεριέχεται η εργαλειοποίηση του άλλου. Είναι αδύνατο ο πλεονέκτης να μη στραφεί κατά του συνανθρώπου του. Στα φληναφήματα, που καλλιεργούν διαπλεκόμενοι της εκκλησιαστικής εξουσίας πλουτοκράτες, ότι ο πλουτισμός τους είναι “θέλημα Θεού”, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης αντιτείνει: «Δεν προέρχεται από τον Θεό το ψωμί του πλεονέκτη». Γι’ αυτό και στην εκκλησιαστική παράδοση, ούτε η ελεημοσύνη, ούτε οι προσφορές στους ναούς αποτελούν κολυμπήθρα του Σιλωάμ ώστε να δικαιώνονται οι τρόποι συσσώρευσης του πλούτου. Αντίθετα αξιώνεται διακοπή της εκμετάλλευσης. Ο Μ. Βασίλειος ταυτίζει τον πλεονέκτη με τον «αποστερητή», μ’ αυτόν, δηλαδή, που στερεί από τους εργαζομένους τη δίκαιη αμοιβή τους και δεν χορηγεί στους πενομένους τα χρειαζούμενα. Οι δωρεές του στις εκκλησιές δεν μπορούν να γίνονται δεκτές, διότι δεν πρόκειται να γίνει συμμέτοχος της πλεονεξίας-φιλαργυρίας ο Θεός. Ας δούμε όμως τι λένε δυο Άγιοι των καιρών μας. Ο Γέροντας Παίσιος τόνιζε: “Ο τσιγκούνης, πού αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη. Για να θεραπευθεί πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά, σιγά το χέρι του, και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου”. Ο Γέροντας Πορφύριος προσθέτει: «Το αν θα πάμε στον Παράδεισο ή στην κόλαση, δεν εξαρτάται από το αν έχουμε λίγα ή πολλά χρήματα, αλλά από τον τρόπο πού θα χρησιμοποιήσουμε αυτά πού έχουμε. Τα χρήματα, τα κτήματα και όλα τα υλικά αγαθά δεν είναι δικά μας, του Θεού είναι, εμείς έχουμε μόνο τη διαχείριση τους. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας ζητήσει λογαριασμό και για την τελευταία δραχμή μας, αν τη διαθέσαμε σύμφωνα με το θέλημα του ή όχι».
ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Και ποια είναι η απάντηση στη φιλαργυρία: Σίγουρα το να ασκηθεί ο άνθρωπος στην ολιγάρκεια, να γίνει «ολιγοδεΐας εραστής» (Άγιος Μάξιμος). Να ζήσει τα πράγματα (χρήμα, πλούτο) με μέτρο και την αγάπη άμετρα. Αυτό δεν σημαίνει αποτράβηξη σε ατομική πνευματική γυμναστική.
Ο Ά. Χρυσόστομος παρατηρεί ότι η ύψιστη αρετή της παρθενίας, ούτε καθολική εντολή συνιστά, ούτε οδηγεί μόνη της στον παράδεισο. Ο φιλάργυρος παρθένος θα βλέπει τον νυμφώνα απ’ έξω! Η αλληλεγγύη, όμως, και καθολική εντολή συνιστά και στον παράδεισο οδηγεί, διότι από τη φύση της σημαίνει έγνοια για τον άλλον. Να λοιπόν το αντίδοτο στη φιλαργυρία.

 

πηγή