Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης – Περί προσευχής και συγκέντρωσης

Σ’ ένα μοναστήρι , δεν θέλω να το ονομάσω, ο παπάς θυμίαζε. Κι όταν έφτασε σ’ έναν προϊσταμένο, δεν τον εθυμίασε. Ο προϊστάμενος, όταν προχώρησε παραπέρα:

 

-Παπά, γιατί δεν με θυμιάζεις;

-Γέροντα, ευλόγησον, δεν σε είδα στο στασίδι.

 

-Στο στασίδι ήμουνα, πάτερ, λέει.

 

-Όχι, δεν σε είδα στο στασίδι.

 

Οι άλλοι που άκουσαν αυτή τη φιλονικία του προϊσταμένου και του ιερέως, λένε:

 

-Γέροντα, ο παπάς είναι διορατικός, ξέρει τι σου λέει.

 

Σκέφθηκε, σκέφθηκε… -_Έχει δίκιο ο παπάς, λέει, διότι δεν ήμουνα εδώ, ήμουνα σ’ ένα μετόχι. Ο λογισμός του. Βλέπετε;

 

 

 

Ο άγιος Νεκτάριος στην Αίγινα, όταν πήγε μία να γίνει καλόγρια, να πούμε, ήταν δόκιμη, λέει: «Παιδί μου, να βοσκήσεις, έχουμε πέντε-δέκα προβατάκια, να τα βοσκήσεις».

 

-Ε, νά ‘ναι ευλογημένο.

 

Μια μέρα, δυο, «Γέροντα», λέει, «με πιάνουν και μένα οι λογισμοί, εγώ ήρθα να γίνω καλόγρια, δεν ήρθα να γίνω τσοπάνης».

 

-Παιδάκι μου, λέει, όταν θυμιάζω σε βλέπω στο στασίδι.

 

Η καλόγρια, καίτοι ήταν τσοπάνης, αλλά ο λογισμός της ήτανε στην ευχούλα, μέσα στην εκκλησία ήταν ο λογισμός της, οπότε και ο ο άγιος την έβλεπε μέσα.

 

Ο λογισμός κρίνεται. Από τον λογισμό αχρειούμεθα και από το λογισμό βελτιούμεθα.Ο καλόγηρος δεν έχει πράξη, έχει λογισμό. Ο λογισμός σου πήγε στο όχι καλό; Είσαι υπεύθυνος, είσαι υπεύθυνος. Θα πεις: Μα και ο λογισμός του ανθρώπου δεν μαζεύεται. Καλά, αλλά όταν φεύγει, μάζεψέ τον πάλι, μάζεψέ τον πάλι.

 

Είχα θανή -νομίζω, δεν θυμάμαι- τον Γέροντά μου. Και ήρθε ένας καλόγερος από πάνω απ’ την Κερασιά, και λέει: Όσο νά ‘ρθω εδώ, τρεις φορές είπα τους χαιρετισμούς της Παναγίας».

 

Βλέπετε πώς αγωνίζονται οι πατέρες! Πώς αγωνίζονται!