Ιερά Μονή Πέτρας

Η Ιερά Μονή Πέτρας Καταφυγίου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων ευρίσκεται στις παρυφές των Αγράφων, με κατεύθυνση δυτικά-βορειοδυτικά από το ιστορικό Καταφύγι Καρδίτσης και σε απόσταση από αυτό τέσσερα χιλιόμετρα, στο δρόμο πού οδηγεί από αυτό στην λίμνη Πλαστήρα του Νομού Καρδίτσης.

Τό όνομα Της οφείλεται σ” έναν πολύ μεγάλο εκτεταμένο βράχο, πού πέφτει απότομα μέσα στο πράσινο μιας μεγάλης δασικής έκτασης, ενώ παράλληλα δημιουργεί ένα ίσιωμα, πάνω στο όποιο είναι κτισμένο το Μοναστήρι. Στα πόδια σχεδόν αυτού του βράχου, ανατολικά, σχηματίζεται μια μεγάλη φυσική σπηλιά, πού μόνο στην είσοδο της υπάρχουν σημεία λάξευσης. Από τον βράχο αυτόν το Μοναστήρι ονομάστηκε Ιερά Μονή Πέτρας, αφιερωμένο στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η παράδοση αναφέρει ότι μέσα στο καταπράσινο τοπίο της περιοχής κάθε βράδυ οι κάτοικοι πού βρίσκονταν στήν θέση Σωτήρα, από την απέναντι προς τήν σπηλιά περιοχή, έβλεπαν ένα φως. Καθοδηγούμενοι από αυτό έφτασαν στο κοίλωμα του βράχου, όπου άντίκρυσαν την εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας (διαστ. 0,75X0,54X0,035), έργο, κατά τήν παράδοση, του Ευαγγελιστού Λουκά. Ο Παναγιώτης Μυλωνάς, στο έργο του «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», αναφέρει, ότι στην σπηλιά αυτή ασκήτευαν κάποτε ερημίτες, πού αργότερα έχτισαν την Μονή στο πλάτωμα, νότια του βράχου.

 

Ως παλαιότερο χρονολογικό σημείο για τις εργασίες ανέγερσης της Ιεράς Μονής αναφέρεται από τον Κώδικα 44 της συλλογής Αλεξίου Κολυβά τό 1557, έτος τό όποιο αναφέρεται στον θάνατο του «μάστρογη» (Sic), ενός σημαντικού προσώπου του τεχνικού προσωπικού ανέγερσης του ναού. Ένδειξη ότι οι εργασίες ανέγερσης της Μονής είχαν αρχίσει λίγο νωρίτερα. Το 1593 με την αποπεράτωση του καθολικού έγινε ή μεταφορά και η τοποθέτηση της εικόνος της Παναγίας από την σπηλιά στον ναό «εν πομπή και παρουσία ιερέων και πολλών χωρικών εξ όλων των γειτονικών χωρίων».

 

Το 1595 οι μοναχοί εγκαταλείπουν την σπηλιά και εγκαθίστανται στον κτιριακό περίβολο που είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Πρώτοι κτίτορες της Μονής αναγράφονται στην παρρησία του 1600 οι μοναχοί Φιλάρετος, Δανιήλ, Λαυρέντιος και Ζωσιμάς οι όποιοι ανέλαβαν το βαρύ και ιερό χρέος να πρωτοϊδρύσουν το Μοναστήρι. Κατόπιν αναφέρονται οι ιερομόναχοι Παρθένιος,

Νεόφυτος και Σάββας.

 

Με την αγιογράφηση του Ναού συνδέεται ο άρχοντας Παναγιώτης Κουσκουλάς, του οποίου η προσωπογραφία βρίσκεται στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού να κρατά στα χέρια του ομοίωμα της Μονής και να το προσφέρη στην Παναγία. Από την ενδυμασία του συμπεραίνουμε ότι προερχόταν από ανώτερη κοινωνική τάξη, την τάξη των δημογερόντων, και ησχολείτο με το εμπόριο υφαντών, που εκείνη την εποχή παράγονταν στα Άγραφα και εξάγονταν στις Βαλκανικές χώρες. Το 1625 τελειώνει η αγιογράφηση του Καθολικού και παραδίδεται στην περιοχή ένα περίλαμπρο μνημείο.

 

Μέ τό Πατριαρχικό σιγίλλιο του 1628 από τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη η Μονή Πέτρας γίνεται μετόχιο του «πλησίον» της αναγερθέντος Σταυροπηγιακού ναού τής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ο ναός αυτός, πού ανήγειρε ό άρχοντας Αποστόλης Χασάπης από το Πετρίλου, προσδιορίζεται με βεβαιότητα στο Καταφύγι, όπου η Πέτρα άνηκε στην Μητρόπολη Λαρίσης, και ήταν πράγματι στα όρια των Επισκοπών Λητζάς και Λαρίσης. Άγνωστοι οι λόγοι πού οδήγησαν στην παραπάνω εξέλιξη. Το σιγίλλιο άφηνει νά εννοηθεί φιλονικία των πλησιόχωρων Αρχιερέων και επεμβάσεις κάποιων λαϊκών. Όριζε τα έξης:

 

Η Μεταμόρφωση και η Κοίμηση της Θεοτόκου νά «διατελώσιν ανενόχλητα, αδούλωτα, ακαταπάτητα παρά παντός προσώπου ιερωμένου και λαϊκού, συν πάσι τοις κτήμασι καί πράγμασιν αυτών…».

 

Η Μεταμόρφωση, ως Πατριαρχικό Σταυροπήγιο, νά μνημονεύει τον εκάστοτε Πατριάρχη και να δίδει κάθε χρόνο το «διατεταγμένον, τιμής ένεκεν» σ” αυτό.

 

Η Κοίμηση, ως μετόχι, να μνημονεύη τό όνομα του «κατά τόπον Αρχιερέως». Πιθανότατα ο ναός αυτός του Σωτήρος να είναι το ομώνυμο προσκολλημένο σημερινό παρεκκλήσι της Μονής. Έχουμε δηλαδή παραπλάνηση του Πατριαρχείου από των άρχοντα Αποστόλη χάρη των κτητορικών του δικαιωμάτων. Τα γεγονότα μαρτυρούν ότι Λίγο πριν το 1625 έχουμε στα εσωτερικά της Πέτρας μια δυναμική παρέμβαση του άρχοντα Αποστόλη Χασάπη του Πετρίλου καί παραγκωνισμό, απουσία η αδυναμία εκτέλεσης του έργου του από τον παλαιό κτήτορα Παναγιώτη Κουσκουλά. Ο τελευταίος δεν κατορθώνει να πραγματοποίηση την πρόθεση του για ανέγερση μικρού παρεκκλησίου στο βόρειο μέρος, όπως παριστάνεται στην νωπογραφία του Καθολικού, και την πρόθεση αυτή ολοκληρώνει ο νέος κτήτορας Αποστόλης του Πετρίλου με την προσθήκη του παρεκκλησίου στο νότιο μέρος και την παρουσίαση του ανωτέρου ως Σταυροπηγιακού. Η ανέγερση του παρεκκλησίου τοποθετείται στα 1672/1673.

 

Τον Ιούνιο του 1665 επισκέπτονται την Ιερά Μονή Πέτρας ό Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος και ο Ευγένιος ο Αιτωλός. Ο λόγος της παραμονής των στο Μοναστήρι είναι άγνωστος.

 

Το 1666 αντιπροσωπεία Μοναχών της Μονής μετέβη στην Κωνσταντινούπολη προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ” για να ζητήση την βοήθεια του για τις πολλές και πιεστικές ανάγκες της Μονής. Την πληροφορία δίνει επιστολή του Ευγενίου Αιτωλού προς τον τότε ευρισκόμενο στην Πόλη Μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο, τον όποιο με δραματικό τόνο ο Ευγένιος παρακαλεί για κάθε δυνατή βοήθεια στην αντιπροσωπεία των Μοναχών. Η επιστολή αυτή επέδρασε ευεργετικά στην ψυχή του Διονυσίου λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Διονύσιος έγινε Πατριάρχης και σημειώθηκαν στην Μονή σημαντικά έργα, όπως το παρεκκλήσιο του Σωτήρος. Το έτος 1666 έχει ήδη ανεξαρτητοποιηθεί ή Μονή από την υποταγή της στον Σταυροπηγιακό Ναό του Σωτήρος.

 

Στα μέσα της δεύτερης περιοδείας του (1763-1773) βρέθηκε, μετά τα βλαχοχώρια της Πίνδου, ο Κοσμάς ο Αιτωλός στα ορεινά χωριά των Αγράφων. Μετά το προσκύνημα του στην Μονή Κορώνης επισκέφτηκε την Μονή Πέτρας, της οποίας εθαύμασε την μεγαλοπρέπεια της εκκλησίας με την εξαιρετική ζωγραφιά και την μεγάλη βιβλιοθήκη.

 

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η παράδοση κατέγραψε την πληροφορία ότι στην Πέτρα λειτουργούσε κρυφό σχολειό, στο οποίο συγκεντρώνονταν και εξωτερικοί μαθητές της περιοχής, που δεν έμεναν μόνιμα στα κτίρια. Την λειτουργία του σχολείου αναφέρει περιστατικό του 1840, σύμφωνα με το οποίο ο παππούς του Γεωργίου Φ. Φράγκου, Πάνος, έμαθε γράμματα από τον τότε, άγνωστον σε “μάς, ηγούμενο της Μονής. Την πρώτη ένδειξη για την λειτουργία σχολείου στην Μονή προσφέρει ένα μαθηματάριο (Κώδικας 133 της Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, που πρώτα άνηκε στην Πέτρα) του 1810, που το περιεχόμενο του, Ομήρου Οδύσσεια, Επιστολάριο και Γραμματική, προδίδει σχολική χρήση. Λίγο νωρίτερα, κάποια βιβλία και ιδίως οι δυο Κώδικες του 18ου αι. του Θεοφίλου Κορυδαλλέως: Κ. 46 «Περί Ψυχής» και Κ. 93 «εις την Αριστοτέλους λογικήν πραγματείαν», της συλλογής Αλεξίου Κολλυβά, που και αυτά άνηκαν στην Πέτρα, μαρτυρούν μια αξιόλογη βιβλιοθήκη, που πέρα από την πνευματική κατάρτιση των μοναχών απευθυνόταν σε διδασκάλους και μαθητές υψηλότερης στάθμης πνευματικής από αυτής των κοινών σχολείων. Διδάσκαλοι αναφέρονται οι ιερωμένοι Γρηγόριος Παυρόλα καί Αββακούμ από το Καταφύγι.

 

Ένας από τους Μοναχούς της Πέτρας που λάμπρυνε με τους αγώνες του την Μονή είναι ο ιερομόναχος Κύριλλος το 1821. Ο φλογερός αυτός ρασοφόρος, μυημένος στην Φιλική Εταιρεία, βρέθηκε με την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 στο στρατόπεδο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία. Μετά την αποτυχία όμως του κινήματος στο έδαφος των Παραδουναβίων Ηγεμονιών, όσοι Έλληνες καί Βαλκάνιοι επέζησαν, κατέφυγαν στην Αυστρία και στην Ρωσία, για να αποφύγουν την εκδικητική μανία των Τούρκων. Τότε ο Κύριλλος, με μία ομάδα χιλίων δύο ανδρών και τον ιερομόναχο Γεδεών της Λαύρας του Αγίου Όρους, βρέθηκε στην ρωσική πόλη Οργκέϊβ, κρατούμενος των ρωσικών άρχων.

 

Ο Καραϊσκάκης, καπετάνιος τών Αγράφων από το 1822, έρχεται με τα παληκάρια του στην Μονή, όπου φιλοξενείται και περνάει το Πάσχα του 1823 μαζύ με τους μοναχούς. Από εκεί απευθύνει επιστολή προς τον Χρήστο Γιάνκο, με αφορμή τον ξεσηκωμό εναντίον του των Σουλιωτών και των αντίπαλων ομάδων των Μπουκουβάλα, Ράγκου καί Ανδρέα Ίσκου.

 

Το ότι η Πέτρα ήταν προπύργιο του ελληνισμού και χώρος των προσδοκιών του Έθνους μας το αποδεικνύει η αναγραφή, το 1830, του «πολυχρονίου» του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια σε κάποιο από τα παλιά λειτουργικά βιβλία της Μονής. Το γεγονός τούτο εκφράζει το όραμα της ένωσης με την Ελλάδα, σε μια εποχή που το Καταφύγι και γενικώτερα ή Θεσσαλία ήταν ακόμα υποδουλωμένη στους Τούρκους. Το όνειρο τούτο πραγματώθηκε αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 1881.

 

Τό 1834 ο αρματολός και παλαίμαχος αγωνιστής Θεόδωρος Ζιάκας των Γρεβενών, κατά το πέρασμά του από Λαμία προς Γρεβενά, φιλοξενήθηκε από τους Μοναχούς της Πέτρας, όπως αναφέρει ενθύμηση του φ. 224α της πρόθεσης της Μονής Ρεντίνας, όπου άφησε τέσσερα ονόματα για να μνημονεύονται, δίνοντας στήν Μονή γιά τον σκοπό αυτό 100 γρόσια. Στις αρχές του Μαρτίου του 1854, μετά από μια σημαντική μάχη που έδωσε με τους Τούρκους στα στενά της Ρεντίνας, που κατείχαν το χωριό Λουτρό Σμοκόβου, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να βρει καταφύγιο, μαζύ με τους 60 άντρες του, στην Πέτρα, όπου παρέμεινε μερικές μέρες. Εκεί οργανώθηκε και υπερασπίστηκε το γειτονικό χωριό Άγιος Γεώργιος από βιαιοπραγίες των Τούρκων.

 

Στην Ηπειροθεσσαλική επανάσταση του 1886-1869, καθώς τα μοναστήρια χρησιμοποιούνται ως κέντρα των εξεγερμένων, η Μονή Πέτρας έπαιξε σημαντικό ρόλο.

 

Τον Απρίλιο του 1878 ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του να ξεσηκώσει την Δυτική Μακεδονία, έλαβε την αναπόφευκτη απόφαση, με το σώμα που του απέμεινε, να αποσυρθεί στην Θεσσαλία, για να ενισχύσει τον εκεί αγώνα. Η Μονή Πέτρας προσέφερε στους Επαναστάτες του Επισκόπου Νικολάου φιλοξενία. Συναισθηματικά δε τους συνέδεε με την Μονή Πέτρας της Δυτικής Μακεδονίας, όπου άλλα Μακεδόνικα σώματα έδωσαν σημαντικές μάχες.

 

Το 1907 η Μονή Ρεντίνας συγχωνεύεται στην Μονή Πέτρας, ενώ το 1909 η Μονή Πέτρας συγχωνεύεται στην Μονή Κορώνης, από την οποία αποσπάται το 1925.

 

Το 1927 καταστρέφεται από πυρκαγιά μέρος της Ανατολικής πτέρυγας των κελλιών και ολοκληρωτικά το κωδωνοστάσιο. Την περίοδο 1940-1945 το μοναστήρι γίνεται κέντρο επιχειρήσεων των αντάρτικων ομάδων Γαβρά, Λογοθέτη και Λαμπέτη. Κατά τις δύσκολες περιόδους αυτές, ως και εκείνες που ακολούθησαν, εσημειώθησαν πολλές κλοπές ιερών κειμηλείων και όσα διεσώθησαν ευρίσκονται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος, στην Μονή Κορώνης και στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

 

Το 1967 η Ιερά Μονή Πέτρας χαρακτηρίζεται Ιστορικό διατηρητέο Μνημείο. Το 1981 εκοιμήθη ο τελευταίος Μοναχός της Μονής Λεόντιος, που από το 1953 διηκόνησε στην Μονή, ευρίσκοντας τραγικό θάνατο από πυρκαγιά που ξέσπασε μέσα στο κελλί του.

 

Το 1982 ο Π. Μ. Μυλωνάς αποτύπωσε την Αρχιτεκτονική και Ιστορική Αξία του Μνημείου στον συλλογικό τόμο του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου «Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση». Το 1993 πραγματοποιήθηκε το Ιστορικό Συνέδριο των 400 χρόνων της Μονής με την συμμετοχή πολλών Καθηγητών Πανεπιστημίου.

 

 

Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Αγίου Νικολάου Καταφυγίου, με βάση τεχνικές εκθέσεις, σχέδια και εγκρίσεις του Κ. Φλώρου της ΔΑΒΜΜ του Υπουργείου Πολιτισμού και με την συνεργασία της παραπάνω Διεύθυνσης και της υπό τον κ. Λάζ. Δεριζιώτη 7ης Ε.Β.Α. Λάρισας εκτελεί και αποπερατώνει τα έργα στερέωσης του Καθολικού της Ιεράς Μονής.

 

Ανασυνίσταται και επανυψούται η Ιερά Μονή Πέτρας δια του υπ” αριθμ. 217/9.10.2004 Προεδρικού Διατάγματος, το όποιο εδημοσιεύθη εις το ΦΕΚ τ. Α΄ 198/19.10.2004, όπως Αύτη εσαεί λειτουργή ως Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, αυτοτελής, αυτοδιοίκητος και ανεξάρτητος, επανδρωθείσα «διά της υπό του εκ Τζιούρτζιας Τρικάλων, μετεωρίτου, αγιορείτου και αγιοταφίτου, Ηγουμένου Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου Διονυσίου καθοδηγούμενης Μοναστικής Αδελφότητος», της προς τούτο κληθείσης δια του ύπ” αριθμ. Πρωτ. 759/09.09.2003 Γράμματος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Θεοκλήτου και αποσταλείσης δια του υπ” αριθμ. Πρωτ. 309/ 15.09.2003 Γράμματος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερωνύμου, συγκροτούμενης υπό Μοναχών προερχομένων εκ διαφορετικών χωρών, μεμορφωμένων θύραθεν και κατά Χριστόν, με την παρακαταθήκη να αναστήσουν την Ιερά Μονή στην παλαιά της δόξα και μεγαλοπρέπεια, προσφέροντας κάθε στιγμή, με τις νυχθήμερες ακολουθίες, την φιλοξενία την εξομολόγηση, την πνευματική τροφή και αναψυχή σε κάθε προσκυνητή πού αναζητά με την παρουσία του την Παναγία, της οποίας ο Οίκος καταφύγιο, στήριγμα και ουρανομήκη κλίμακα αποτελεί για όλους μας, έχοντας συγχρόνως και αδήριτη την ανάγκη των προσευχών και πάσης ενισχύσεως πανταχόθεν, δια το γεγονός ότι η διαμονή και φιλοξενία της Μοναστικής Αδελφότητος, ερειπωθέντων εις έδαφος πάντων των παλαιών κτισμάτων, συντελείται σε κοντέινερς, μάλιστα κατά το ψύχος του χειμώνος και το καύμα του θέρους.

 

Ακόμα λίγες φωτογραφίες: